Πώς η ζωή στην Κορέα με έκανε να αγαπήσω ξανά την ελληνική κουλτούρα


Δεν ξέρω πότε ακριβώς έγινε. Ίσως την πρώτη φορά που περπάτησα στη Σεούλ ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους και δεν ένιωσα ούτε ένα βλέμμα. Ίσως όταν προσπάθησα να πω κάτι χαλαρό στην καφετέρια και δεν πήρα καμία αντίδραση. Ίσως όταν συνειδητοποίησα ότι εδώ δεν πας στα σπίτια των άλλων — ούτε καν φίλων.

Κάπου εκεί κατάλαβα πως… μου έλειπε η Ελλάδα. Όχι μόνο σαν χώρα. Σαν τρόπος ζωής. Σαν αίσθηση.

Απρόσωπη καθημερινότητα vs ελληνική επαφή


Η Σεούλ είναι μια απίστευτη πόλη, οργανωμένη, ζωντανή, μοντέρνα. Αλλά είναι και ψυχρή.
Όχι για τον τουρίστα — ο τουρίστας θα δει χαμόγελα, service, φιλότιμο.
Μιλάω για την καθημερινότητα, εκεί που δεν υπάρχεις. Δεν θα σου μιλήσουν, δεν θα σε κοιτάξουν, δεν τους νοιάζει ποιος είσαι.

Στην Ελλάδα, είσαι πάντα κάποιος. Είτε φτιάχνεις φραπέ στο σπίτι σου είτε παίρνεις τυρί από το μπακάλικο, κάποιος θα σου πιάσει κουβέντα. Κάποιος θα σε θυμάται. Κάποιος θα πει “έλα μέσα”.

Ο ρυθμός – και η ανάσα


Το “έλα μωρέ, αύριο” κάποτε με εκνεύριζε. Τώρα το νοσταλγώ.
Η Κορέα είναι non-stop. Όλοι βιάζονται. Το ραντεβού είναι στις 4:00 και στις 4:45 πρέπει να έχει τελειώσει. Αν δεν έχει νόημα ή σκοπό η έξοδος, δεν γίνεται καν.

Στην Ελλάδα είχαμε χρόνο. Να χαζέψουμε. Να πάρουμε μια ανάσα. Να κοιτάξουμε τον ουρανό χωρίς λόγο.
Εδώ πολλές φορές νιώθω πως όλα είναι productivity — αλλά τίποτα δεν είναι επαφή.

Πού είναι τα σπίτια; Πού είναι ο κόσμος;


Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που πάντα είχε κάποιον μέσα. Φίλους, γείτονες, ξαδέρφια, κόσμο.
Το σπίτι ήταν κέντρο. Εδώ, δεν είναι έτσι. Στην Κορέα δεν πας σε σπίτια. Ούτε σε φίλων. Όλα γίνονται έξω, σε ελεγχόμενο χώρο.

Και όταν έχεις μεγαλώσει με το “πέρνα μια βόλτα, έχω μακαρόνια” ή με γιαγιάδες που ανοίγουν την πόρτα χωρίς καν να χτυπήσουν, αυτό… πονάει λίγο.

Οι φιλίες που δεν έγιναν ποτέ


Έχω γνωρίσει πολλές Κορεάτισσες. Όμορφες, ευγενικές, γλυκές. Κάναμε σχέδια να πάμε για καφέ, να βγούμε.
Ακόμα περιμένω.
Δεν ξέρω αν το λένε για ευγένεια, από υποχρέωση, από social rules. Αλλά δεν είναι ουσιαστική πρόθεση.
Κι αυτό, όταν έχεις μάθει να χτίζεις φιλίες με αυθεντικότητα, ειναι μια απογοήτευση.

Στην Ελλάδα, αν σου πει κάποια “πάμε για καφέ”, πας. Κι αν δεν πας, τουλάχιστον θα το εξηγήσεις. Εδώ, απλώς… εξαφανίζεσαι.

Το απρόβλεπτο της Ελλάδας που δεν υπάρχει εδώ

Κάτι άλλο που μου λείπει πολύ είναι αυτό το “χαλαρό που γίνεται μαγικό”.

Στην Ελλάδα μπορεί να ξεκινήσεις για έναν καφέ με φίλους στο Ιστορικό στην Καλαμάτα και να καταλήξεις να τρως παγωτό στη Μικρά Μαντίνεια με μουσική από το αμάξι. Ή να πας απλώς για μια μπύρα και να βρεθείς μετά στο Στρέφη σε ένα πανηγύρι, ανάμεσα σε άγνωστους που έγιναν για λίγο “παρέα σου”.

Υπήρχε μια ελευθερία, μια ροή, μια αίσθηση ότι “ας δούμε πού θα μας πάει η βραδιά”.

Εδώ στην Κορέα, αν κανονίσεις κάτι… είναι μόνο αυτό. Ένα καθορισμένο σημείο, μια ώρα, μια διάρκεια. Τίποτα δεν ξεχειλίζει. Δεν πάμε “όπου βγει”.

Και ναι, ακόμα και εγώ πλέον έχω το calendar στο χέρι. Κοιτάμε τι ώρα μπορούμε, πόση ώρα έχουμε, τι πρέπει να ακυρώσουμε για να πιούμε έναν καφέ.
Η επαφή έγινε logistics.

Αλλά αυτό που μου λείπει περισσότερο… είναι το ελληνικό καλοκαίρι

Όχι οι διακοπές. Όχι τα νησιά. Το καθημερινό, αθώο, σχεδόν τελετουργικό καλοκαίρι.

Να πας για μπάνιο το μεσημέρι, να γυρίσεις με αλάτι στο δέρμα και μαλλιά που μυρίζουν ήλιο. Να σταματήσεις στο μπακάλικο για δύο φρέσκες ντομάτες. Να γυρίσεις σπίτι, να φας κάτι απλό αλλά γεμάτο γεύση και θαλπωρή.
Και μετά… να κοιμηθείς με ανοιχτά παράθυρα, να μπαίνει το αεράκι και ο ήχος από τα τζιτζίκια.

Εδώ, αυτό δεν υπάρχει.
Το καλοκαίρι είναι γεμάτο βροχή, υγρασία ή λεπτή σκόνη που κάνει την αναπνοή δύσκολη. Δεν ανοίγεις παράθυρα. Δεν κάνεις “σιέστα”. Δεν σταματάει τίποτα για να αφήσει χώρο στη στιγμή.

Η Ελλάδα μέσα μου, παντού


Όσο περνάει ο καιρός, συνειδητοποιώ ότι δεν αγαπώ την Ελλάδα γιατί είναι τέλεια. Την αγαπώ γιατί είναι κομμάτι μου. Γιατί με έμαθε να νιώθω, να φωνάζω, να γελάω δυνατά, να μιλάω με όλους, να λέω “έλα μέσα” χωρίς να το σκεφτώ.

Δεν χρειάζεται να επιστρέψω για να τη νιώσω. Τη κουβαλάω μαζί μου. Στον τρόπο που θα μιλήσω στον κόσμο. Στο πώς φτιάχνω τραπέζι.

Ζω σε δύο κόσμους. Και νιώθω τυχερή που μπορώ να επιλέξω τα καλύτερα και από τους δύο.

Κι όμως, εδώ στην Κορέα, νιώθω ότι η σύνδεση που κάποτε φανταζόμουν πως θα είχα με συνομήλικούς μου… δεν υπάρχει. Υπάρχει αποξένωση.
Σαν να φοβάται ο καθένας να “σπάσει τον κύκλο του”. Αν πέσει κάτι στο δρόμο σου — μια σακούλα, λίγα πορτοκάλια — ο νέος θα κοιτάξει αλλού.

“Δεν είναι δικό μου πρόβλημα.”
“Άσε μην μπλέξω.”

Κι έτσι δεν συνδέομαι με ανθρώπους της ηλικίας μου. Νιώθω πιο κοντά στους μεγαλύτερους.
Με αυτούς που έχουν ακόμα κάτι από την παλιά Κορέα. Που θυμίζουν… Ελλάδα.
Που έχουν εκείνη τη γενναιόδωρη σιωπή, την απλή ζεστασιά, το “κάτσε να σε κεράσω κάτι”.

Πιστεύω ότι οι Κορεάτες είναι φιλόξενοι άνθρωποι. Απλώς όχι της δικής μου γενιάς και μετά.
Η σύνδεση, τελικά, δεν έχει να κάνει με ηλικία. Έχει να κάνει με ανθρώπινη διαθεσιμότητα. Με το “βλέπω τον άλλον”.

Αν ένιωσες κάτι με αυτό το άρθρο…
Καλώς ήρθες στον δικό μου μικρό κόσμο. Αν θέλεις να λαμβάνεις τέτοιες σκέψεις, μικρές αλήθειες και ιστορίες από την Κορέα, μπορείς να γραφτείς στο newsletter!